Ένας παπαγάλος στα αζήτητα…

Ρύθμιση κενού+- AΜέγεθος γραμματοσειράς+- Εκτύπωση άρθρου
Ένας παπαγάλος στα αζήτητα…

Το κέλυφος έσπασε και ο παπαγάλος βγήκε. Το ένστικτο του τον καλούσε να το σπάσει. Με πολύ κόπο, έκανε την εμφάνιση του σε ένα ζεστό αλλά αποστειρωμένο κόσμο. Μια εκκολαπτική μηχανή ήταν αυτή που τον έφερε στον κόσμο. Το ένστικτό του όμως έλεγε ότι θα έπρεπε να υπάρχει κάτι περισσότερο…

Εξουθενωμένος από την προσπάθεια να βγει από το αυγό, αποκοιμήθηκε. Ένας ξαφνικός θόρυβος τον ξύπνησε και  δυο κρύα χέρια τον σήκωσαν. Φοβισμένος, δεν έδωσε σημασία στην κρύα ατμόσφαιρα καθώς μεταφέρονταν κάπου αλλού. Έκανε έναν βρεφικό ήχο αβεβαιότητας αλλά κανείς δεν απάντησε.

Στο νέο του χώρο υπήρχε φως και ζέστη. Άκουγε φωνούλες άλλων μωρών, φωνούλες σαν τη δική του αλλά δε μπορούσε να νιώσει δίπλα του την παρουσία τους. Ένιωθε ακόμα κουρασμένος… ξανακοιμήθηκε χωρίς να ονειρευτεί.

Μετά από κάποια ώρα… το ένστικτο της πείνας τον καλούσε. Αγωνίστηκε για να σταθεί στα πόδια του, τέντωσε το λαιμό του και έκανε ήχους. Κανείς δεν ήταν εκεί. Συνέχισε να κάνει ήχους. Το ένστικτο του έλεγε ότι κάτι έπρεπε να συμβεί όταν κάνει αυτούς τους ήχους… τίποτα όμως δεν συνέβαινε. Επέστρεψε στον ύπνο του.

Δυο άλλα χέρια τον έπιασαν μετά από λίγη ώρα και ξύπνησε ξανά. Ήταν πιο ζεστά και μια απαλή φωνή του ψιθύρισε λέξεις. Αυτό τον έκανε να νιώσει λίγο καλύτερα. Τα δάχτυλα που του ακούμπησαν το ράμφος, ξύπνησαν και πάλι το ένστικτο της πείνας. Ικέτεψε για να φάει. Ζεστή υγρή τροφή γέμισε το λαιμό του από μια σκληρή πλαστική σύριγγα που μπήκε στο στόμα του. Δεν ήξερε ακριβώς τι είναι αυτό, ήξερε όμως ότι θα έπρεπε να είναι κάτι παραπάνω.

Ο χρόνος περνούσε και η σύριγγα με το ζεστό φαγητό πηγαινοέρχονταν. Ο μικρός παπαγάλος μεγάλωνε μέρα με τη μέρα. Σύντομα βρέθηκε σε άλλο χώρο με άλλους σαν κι αυτόν. Ένιωσε πολύ πιο άνετα. Αισθάνθηκε τη σάρκα των συνομηλίκων του και χώθηκε ανάμεσα στη ζεστασιά τους. Τα ταΐσματα συνεχίζονταν.

Oι μέρες περνούσαν και τα νεαρά πουλιά όλο και μεγάλωναν. Μια μέρα, ο άνθρωπος που κρατούσε την σύριγγα μπήκε. Ο μικρός παπαγάλος προσπαθούσε να τεντωθεί όσο περισσότερο γίνεται για να ξεχωρίσει από τους άλλους και να φάει πρώτος. Είδε για πρώτη φορά την γυναίκα που τον τάιζε καθώς την άκουσε να λέει “Ποιανού τα ματάκια άνοιξαν σήμερα; Έλα, έλα πάνω”. Η γυναίκα τον σήκωσε και του μίλησε γλυκά καθώς άρχισε να του δίνει φαγητό. Μόλις χόρτασε τον έβαλε πίσω και συνέχισε το τάισμα με άλλους παπαγάλους. Ο μικρός ήξερε ότι έπρεπε να υπάρχει.. κάτι παραπάνω.

Oι μέρες κυλούσαν και τα μικρά πουλιά έβγαλαν φτερά. Τα ένστικτα του μικρού άρχισαν να του λένε πολλά πράγματα. Να κουνάει τα φτερά του, να δοκιμάζει το πιο σκληρό φαγητό που άρχισε να βρίσκεται καθημερινά στον θάλαμο του. Με τα άλλα πουλιά, έπαιζε με τα χρωματιστά δαχτυλίδια που είχαν τοποθετηθεί στα πόδια τους. Οι μέρες περνούσαν και οι άνθρωποι που έφερναν τις σύριγγες με το ζεστό φαγητό άρχισαν να έρχονται όλο και λιγότερο.

Μια μέρα ένας κύριος ήρθε και έβγαλε τα μικρά από τον ζεστό θάλαμο. Τα έβαλε σε ένα κλουβί χωρίς ζέστη. Όλα τα μικρά ξαφνιάστηκαν και κοιτούσαν, με απορία μη ξέροντας τι να κάνουν. Σύντομα κατάλαβαν ότι εκεί είναι πιο άνετα και άρχισαν να εξερευνούν το κλουβί, να δοκιμάζουν τα πάντα με το ράμφος τους και να χτυπούν πάνω κάτω τα φτερά τους. Ένιωθαν ότι ήρθε η ώρα να πετάξουν.

Μια μέρα όταν η γυναίκα που έκανε τα ταΐσματα  είχε ανοιχτή την πόρτα του κλουβιού, το μεγαλύτερο μωρό, πετάχτηκε έξω χτυπώντας τα φτερά του και βρέθηκε ψηλά στο δωμάτιο να πετάει! “Αρκετά” είπε η κυρία. Έπιασε το μωρό και το περιόρισε με το χέρι της. Φώναξε έναν κύριο να έρθει στο δωμάτιο με ένα ψαλίδι.  Το πουλί κοιτούσε να του κουρεύουν τα φτερά του και έκανε φωνές λύπης. Ο μικρός κοιτούσε μέσα από το κλουβί τι συμβαίνει στον παπαγάλο που βγήκε… και είχε φοβηθεί πολύ. Οι άνθρωποι έβαλαν το μεγάλο μωρό πίσω στο κλουβί και πήραν ένα άλλο για να του κάνουν το ίδιο. Το έσφιγγαν πολύ για να μη κουνιέται και δε μπορούσε να αναπνεύσει. Μόλις τελείωσαν το έριξαν τρομοκρατημένο στο κλουβί και μόλις ηρέμησε δοκίμασε να χτυπήσει τα φτερά του…Τότε ένιωσε διαφορετικά. Το ένστικτο έλεγε ότι δε μπορεί πλέον να πετάξει.

Πέρασαν πολλές μέρες. Οι άνθρωποι έρχονταν όλο και λιγότερο. Αντί για ζεστό φαγητό, έβαζαν σκεύη με σκληρό φαγητό και νερό. Τα μικρά επιθυμούσαν το ζεστό υγρό φαγητό αλλά το ένστικτο τους έλεγε να μην ανησυχούν. Ο χρόνος περνούσε. Οι άνθρωποι εμφανίζονταν πλέον για να κάνουν μάθημα στα μικρά να μάθουν εντολές όπως “ανέβα” για να ανεβαίνουν στο χέρι τους.  Τα μικρά ένιωθαν ασφάλεια στο κλουβί τους και είχαν συνηθίσει στον τρόπο ζωής τους. Όμως μια μέρα ένας άλλος κύριος εμφανίστηκε και άρχισε να τα βάζει σε μικρά ξύλινα κουτιά  με άνοιγμα μόνο στο ένα μέρος. Σε κάθε κουτάκι έμπαινε ένα πουλί. Ο μικρός παπαγάλος φοβήθηκε πολύ, δε μπορούσε πλέον να δει τους φίλους του. Τα κουτιά φορτώθηκαν σε ένα φορτηγό  που είχε ήδη και άλλα κουτιά με άλλου είδους πουλιά. Κοιτούσε με απορία τα άλλα είδη… μερικά ήταν πολύ μεγάλα με πολλά χρώματα. Όμως ακόμα φοβόταν και έβλεπε τον φόβο και των άλλων πουλιών. Η διαίσθηση του έλεγε πως κάτι κακό θα συμβεί. Η σκουριασμένη πόρτα του φορτηγού έκλεισε τρίζοντας και όλα ήταν τώρα σκοτεινά. Το φορτηγό βούιζε και το μόνο που μπορούσε να κάνει στο κουτί, ήταν να κοιμηθεί. Όταν ο ήχος σταμάτησε, ανησύχησε, κατάλαβε ότι κάτι θα συμβεί. Η πόρτα άνοιξε και κάποια κουτιά ξεφορτώθηκαν. Μετά η πόρτα έκλεισε ξανά, το σκοτάδι έπεσε στο χώρο και η ίδια διαδικασία συνεχίζονταν για ώρα.

6953468105_5e710fcd92_z

Ο μικρός παπαγάλος αναρωτήθηκε γιατί εξαφανίζονται κάποια κουτιά. Στην επόμενη στάση, όταν η πόρτα άνοιξε, είδε έναν άνθρωπο να τον κοιτάει. Κατάλαβε ότι ήταν η δικιά του σειρά να “εξαφανιστεί”.  Ο άντρας άρπαξε το κουτί και το έβαλε δίπλα σε άλλα κουτιά… ενώ πιο πέρα φαίνονταν ένα κτίριο με πολλά πολύχρωμα φώτα. Ένας άλλος κύριος πλησίασε, έσκυψε στο κουτί, τον κοίταξε και είπε “μου κάνει”. Είπε κι άλλα πράγματα αλλά ο μικρός δεν ήξερε τι σημαίνουν, δε μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει γιατί ο φόβος τον είχε κυριεύσει.

Μετά από λίγο το ξύλινο κουτάκι ανοίχτηκε, και ο παπαγάλος ρίχτηκε σε ένα άλλο κουτί με λίγες τρύπες για αέρα, αυτή τη φορά το κουτί ήταν πλαστικό. Όταν το κουτί έκλεισε, ο κύριος έσκυψε και του είπε χαμογελώντας “θα φύγεις σύντομα”. Ο μικρός άρχισε να κοιτάει στο κουτί. Υπήρχε ένα μπολ με νερό και ένα άλλο με σπόρους. Κάτω υπήρχε ροκανίδι. Έξω στο δωμάτιο όμως δεν υπήρχαν άλλα πουλιά σε κουτιά. Αυτό του έφερνε ανησυχία και γεμάτος άγχος… αποκοιμήθηκε.

Κάθε μέρα περνούσαν διάφοροι άνθρωποι και τον κοιτούσαν. Παιδιά ακουμπούσαν τις μύτες τους στην επιφάνεια του πλαστικού θαλάμου, μερικά χτυπούσαν το πλαστικό και προσπαθούσαν να τον τρομάξουν. Άλλες φορές μερικοί άνθρωποι τον έπιαναν και τον έβγαζαν από τον πλαστικό θάλαμο και μερικές φορές τον έδιναν στα χέρια άλλων ανθρώπων που στέκονταν δίπλα τους.

Πέρασαν πολλές μέρες, έμαθε να τρώει και μαρούλι αλλά κάτι του έλεγε ότι ούτε αυτό είναι αρκετό. Μια μέρα μια κυρία και ένας κύριος πλησίασαν…”Είναι τόσο όμορφος” είπε η κυρία. Ο κύριος ρώτησε “είστε βέβαιοι ότι θέλετε παπαγάλο;”. Η κυρία απάντησε “με το πρόγραμμα μας νομίζω ότι ένας παπαγάλος θα ήταν προτιμότερο ως κατοικίδιο. Και φτηνότερο γιατί δε χρειάζεται ιατρική περίθαλψη”. “Εντάξει” είπε ο κύριος.

Άρχισαν να πιάνουν μια μεγάλη συσκευασία με τροφή σπόρων, ένα κλουβί και ξαφνικά πλησίασαν με ένα χάρτινο μικρό κουτάκι, έπιασαν τον μικρό παπαγάλο και τον έβαλαν μέσα. Το κουτάκι είχε λίγες μικρές τρυπούλες. Ο κύριος είπε “επιτέλους θα πας σπίτι” χαμογελώντας. Ο μικρός είχε φοβηθεί αλλά ένιωθε και λίγο ενθουσιασμό καθώς κατάλαβε ότι θα πάει κάπου αλλού, αφού για αρκετό καιρό στον πλαστικό θάλαμο είχε βαρεθεί.

Βρέθηκε σε ένα διαμέρισμα. Το κουτάκι άνοιξε και τον έβαλαν σε ένα κλουβί. Δυο άνθρωποι τον κοιτούσαν και χαμογελούσαν. Συνομιλούσαν, ο άντρας ρώτησε αν έχει όνομα και η κυρία απάντησε ότι ακόμα δεν το έχει σκεφτεί. Ο κύριος της είπε να το σκεφτεί γιατί κάπως πρέπει να ονομάζεται. Έφυγαν και τον άφησαν μόνο. Γύρισε το κεφαλάκι του προς τα πίσω, έχωσε το ράμφος του ανάμεσα στο σώμα και στη φτερούγα που είχε ανασηκωθεί για να σκεπάζει λίγο το κεφαλάκι του.

Σε λίγο ένιωσε το κλουβί να τραντάζεται, το χέρι της γυναίκας ήταν μέσα στο κλουβί και την άκουσε να λέει “έλα δω μωρό μου”. Κοιτούσε με αβεβαιότητα, δεν ήξερε τι να κάνει. Όσο το χέρι πλησίαζε αποφάσισε να δοκιμάσει με το ράμφος του να το ακουμπήσει. Η γυναίκα τράβηξε απότομα το χέρι της και φώναξε “Μη με δαγκώνεις”. Ο μικρός φοβήθηκε από την αντίδραση της…Η γυναίκα άλλαξε βλέμμα και έβαλε μπροστά του το δάχτυλό της για να ανέβει. Ο μικρός ακούμπησε ξανά με το ράμφος του γιατί το δάχτυλο ήταν λίγο ψηλά, έπρεπε κάπως να πιαστεί για να ανέβει. Τότε η γυναίκα ούρλιαξε “κακό πουλί”…. Έκλεισε την πόρτα του κλουβιού και έφυγε. Η ίδια ιστορία συνεχίστηκε για αρκετές ημέρες….Ο άντρας της πολλές φορές αναρωτιόταν “Γιατί να έχουμε έναν παπαγάλο αν δε μπορούμε να τον ακουμπήσουμε;”. Η γυναίκα απαντούσε “απλά φοβάται, σε λίγες μέρες θα στρώσει”.

Μετά από πολλές μέρες η γυναίκα αποφάσισε να προσπαθήσει ξανά.  Έδωσε το δάχτυλο της στον μικρό κι εκείνος ακούμπησε το ένα πόδι του, προσπάθησε όμως να στηριχτεί και με το ράμφος του. Η γυναίκα τρομοκρατήθηκε και πήγε να βγάλει από το κλουβί το χέρι της αλλά ο μικρός είχε φοβηθεί ότι θα πέσει και έσφιξε το δάχτυλο της με το ράμφος του. Η κυρία άρχισε να κουνάει πέρα δώθε με δύναμη το χέρι της μέχρι που ο μικρός εκσφενδονίστηκε στο πάτωμα. Ο άντρας της ακούγοντας την φασαρία έτρεξε να δει τι συμβαίνει. “Το τέρας με δάγκωσε” ούρλιαζε η γυναίκα. “ Αυτό ήταν! Το πουλί θα επιστραφεί” απάντησε ο σύζυγος της. Τύλιξε τον τρομοκρατημένο μικρό σε μια πετσέτα και τον έβαλε πίσω στο κλουβί.

Την επόμενη μέρα ο άντρας επέστρεψε τον παπαγάλο στο κατάστημα. “Είναι κακός και επιθετικός. Δε τον αντέχουμε” είπε, κοιτώντας με αηδία τον μικρό.  Ο μικρός βρέθηκε ξανά στο διάφανο πλαστικό κλουβί. Και οι μέρες περνούσαν. Άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν από το κατάστημα. Τον πείραζαν, τον ακουμπούσαν, τον επεξεργάζονταν. Είχε καταλάβει ότι αν δεν δαγκώνει κι αν δεν αντιδρά θα τον άφηναν πιο εύκολα στην ησυχία του. Κανείς δε τον ένιωθε.

Μια μέρα άκουσε μια απαλή φωνή να τον καλεί. Κοίταξε απορημένος και είδε έναν κύριο να του χαμογελά. Δίπλα του μια κυρία, τον κοίταζε κι αυτή. Η κυρία του άρεσε για κάποιο λόγο, τα μάτια της έλαμπαν, ήταν φωτεινά… την συμπάθησε.  “Είναι παπαγάλος Meyer’s” είπε ο κύριος. “Είναι μοναχούλης, χρειάζεται ένα σπίτι… ωχ κοίτα τον ταΐζουν μόνο σπόρια” συμπλήρωσε. Είναι κούκλος, αλλά έχουμε τόσα πουλιά και δεν είχαμε σκοπό να αποκτήσουμε και αυτό το είδος, και είπαμε ότι δε θέλουμε πουλιά από πετ σοπ, άσε που τον πουλάνε και ακριβά, είπε η γυναίκα. Απομακρύνθηκαν καθώς ο μικρός σφύριζε και έκανε ήχους για να μείνουν κι άλλο. Όταν πια δε τους έβλεπε… τον κυρίευσαν αισθήματα λύπης.

Μια άλλη μέρα, πολλά παιδιά τον πλησίασαν και άρχισαν να τρέχουν δίπλα στο πλαστικό κουτί του, φώναζαν και ακουμπούσαν πάνω στο κλουβί. Ο μικρός έπεσε κάτω από το φόβο του.  Μια κυρία πλησίασε με πολύ αυστηρό ύφος και είπε στα παιδιά “Αυτό θέλετε”; Τα παιδιά φώναξαν “Ναιιι”. “Θα το πάρουμε” είπε η κυρία.  Οι υπάλληλοι ετοίμασαν κλουβί, τροφή και η γνωστή διαδικασία έγινε ξανά. Ο μικρός βρέθηκε σε ένα χάρτινο κουτί…ήξερε ότι κάτι κακό θα συμβεί.

Βρέθηκε σε ένα διαμέρισμα, στο νέο του κλουβί με ένα τσούρμο παιδιά να τρέχουν δίπλα του. Έβαζαν τα δάχτυλα τους στο κλουβί και τον πείραζαν. Φοβόταν… Δεν του άρεσε το νέο του σπίτι. “Αφήστε το πουλί και ελάτε να φάτε” φώναξε η κυρία με την βαριά φωνή και τα παιδιά απομακρύνθηκαν. Τις επόμενες μέρες μαζεύονταν γύρω απ το κλουβί και έπαιζαν με τη μπάλα τους…φώναζαν για ώρες ασταμάτητα.  Ο μικρός είχε αγανακτήσει. Μέχρι που κάποια στιγμή έσπρωξαν κατά λάθος το κλουβί του και όλα έγιναν χάλια. Το νερό χύθηκε… η τροφή απλώθηκε στο πάτωμα… Η μαμά τους έτρεξε στο δωμάτιο και έβαλε τις φωνές. Τα παιδιά εξαφανίστηκαν. Ο μικρός ανέβηκε στην κούρνια του και πονούσε… είχε σπάσει ένα φτερό αλλά κανείς δε νοιάστηκε… Η γυναίκα έβαλε την ηλεκτρική σκούπα και άρχισε να καθαρίζει…

Τις επόμενες μέρες τα παιδιά πάλι πλησίαζαν στο κλουβί αλλά ήταν πιο προσεκτικά. Φώναζαν όμως… και ο μικρός μη ξέροντας πια τι να κάνει… άρχισε να σφυρίζει και να φωνάζει κι αυτός. Όσο πιο δυνατά φώναζαν τα παιδιά, τόσο πιο δυνατά φώναζε κι αυτός. Ένα απόγευμα ο πατέρας της οικογένειας έβλεπε αγώνα στην τηλεόραση… κάπνιζε και προσπαθούσε να αφοσιωθεί στο παιχνίδι. Όμως ο μικρός σφύριζε… Ο κύριος δυνάμωνε την τηλεόραση…ο παπαγάλος δυνάμωνε κι άλλο τη φωνή του. Ο κύριος σηκώθηκε εξαγριωμένος και άρχισε να ουρλιάζει χτυπώντας το κλουβί “Βούλωσε το επιτέλους να δω τον αγώνα”. Ο μικρός τρομοκρατήθηκε… όμως μετά από λίγο άρχισε να σφυρίζει ξανά… Τότε ο άντρας σηκώθηκε ξανά… πήρε το κλουβί και το μετέφερε σε ένα δωμάτιο σκοτεινό. Την επόμενη μέρα… τον επέστρεψαν στο πετ σοπ. “Κάνει πολύ φασαρία” είπε ο πατέρας της οικογένειας…

7642

Ο μικρός βρέθηκε ξανά στο πλαστικό κλουβί του. Άνθρωποι περνούσαν και έφευγαν… Ο μικρός δεν έδινε πια σημασία σε κανέναν. Αν οποιοσδήποτε τολμούσε να τον ακουμπήσει δάγκωνε… Οι υπάλληλοι μάλιστα του είχαν βγάλει και παρατσούκλι… τον φώναζαν “λύκο”.

Μια γλυκιά φωνή σαν από όνειρο, έφτασε στα αυτιά του ένα απόγευμα καθώς είχε τα μάτια του κλειστά και ήταν βυθισμένος στην μελαγχολία του. Άνοιξε τα μάτια του αργά και μπροστά του είδε την κυρία με τα φωτεινά μάτια και τον σύζυγο της…Αμέσως έσκυψε το κεφάλι του καλώντας την να τον χαϊδέψει.  “Χρειάζεται επειγόντως ένα σπίτι” είπε ο σύζυγος της. Μήπως να ζητούσαμε να τον βγάλουν για λίγο να τον κρατήσουμε στα χέρια μας….” “Ναι καλά…” είπε γελώντας η γυναίκα. Ένας υπάλληλος έτρεξε να ανοίξει αμέσως το κλουβί και τους είπε με νόημα “προσοχή δαγκώνει”.

Η κυρία με τα λαμπερά μάτια, άπλωσε άφοβα το χέρι της και είπε στον μικρό “Ανέβα”. Ο μικρός χωρίς να το σκεφτεί στιγμή, ανέβηκε στο χέρι της. Τον πλησίασε στο πρόσωπο της και με το άλλο χέρι της του χάιδευε το κεφάλι και τα μάγουλα. Ο μικρός έκλεισε τα μάτια του γεμάτος ευχαρίστηση. Ο σύζυγός της δοκίμασε να τον πάρει στο χέρι του αλλά ο μικρός τον δάγκωσε ελαφρά… “Καταλάβαμε σε ποιόν θα έχει αδυναμία” είπε αστειευόμενος στη γυναίκα του. Η γυναίκα σταμάτησε να χαϊδεύει τον μικρό, “δε χρειαζόμαστε κι άλλο παπαγάλο” είπε… ο μικρός άρχισε να χορεύει πάνω στο δάχτυλο της για να την εντυπωσιάσει. Πρέπει να φύγουμε… είπε ο σύζυγός της για να διακόψει την χαρά του μικρού. Έβαλαν τον μικρό στο κλουβί καθώς ο υπάλληλος τους έλεγε ότι έχει περάσει καιρός που τον έχουν στο κατάστημα… Απομακρύνθηκαν και ο μικρός γύρισε προς τα πίσω το κεφάλι του, το έχωσε ανάμεσα στο σώμα και την φτερούγα του και βυθίστηκε πίσω στην μελαγχολία του.

Πέρασαν κι άλλες μέρες…μέρες πολλές…η γυναίκα με τα λαμπερά μάτια δεν φάνηκε ξανά.  Ήταν λυπημένος. Προτιμούσε να κοιμάται συνεχώς… κανείς πια δεν ήθελε να τον ακουμπήσει ή να τον βγάλει απ το κλουβί.  Κατάλαβε ότι στη ζωή του θα είναι μόνος… Και οι μέρες περνούσαν…

“Πως είναι ο μικρός Γκούπερ;;;” άκουσε ξαφνικά μια γνώριμη φωνή να ρωτάει τον υπάλληλο…  Δεν πρόλαβε να σκεφτεί και πολλά… η φωνή ήταν πιο κοντινή πλέον…

“Εεε Γκούπερ… εγώ είμαι!!!”. Άνοιξε τα μάτια του και αντίκρισε την αγαπημένη του γυναίκα…με τα λαμπερά μάτια! Δε το πίστευε… είχε περάσει τόσος καιρός… Η γυναίκα του έδωσε το χέρι της και ο μικρός ανέβηκε… τον χάιδεψε και ο μικρός έκλεισε τα μάτια του με ανακούφιση. Ο σύζυγός της πλησίασε και έδωσε το χέρι του…ο μικρός αποφάσισε να πάει και στο δικό του χέρι…αποφάσισε να τον αφήσει ακόμα και να τον χαϊδέψει…

Η κυρία με τα όμορφα μάτια… δεν το σκέφτηκε περισσότερο. Γύρισε προς τον υπάλληλο και του είπε “θα τον πάρουμε”. Ο υπάλληλος καθώς ετοίμαζε τον μικρό για μια ακόμα μεταφορά, αφηγήθηκε στο ζευγάρι την ιστορία του “Λύκου”. Τους εξήγησε γιατί τον φώναζαν έτσι και πόσες φορές τον επέστρεψαν στο κατάστημα. Η γυναίκα χαμογέλασε… και σκέφτηκε πόσος ανεύθυνος κόσμος κυκλοφορεί….

Μπήκαν στο αυτοκίνητο… αλλά αυτή τη φορά ο μικρός δεν έκανε τη διαδρομή μέσα σε κουτί. Η κυρία τον έβγαλε… τον άφησε να κοιτάει… Ο μικρός άρχισε να σφυρίζει… ένιωθε ανακούφιση και αυτή τη φορά ήξερε ότι δε θα συμβεί κάτι κακό… Όταν έφτασαν στο γκαράζ του σπιτιού άκουσε ήχους από άλλα πουλιά! Η γυναίκα τον μετέφερε σε ένα κλουβί γεμάτο παιχνίδια και πολύχρωμα αντικείμενα. Ήταν τόσο ενθουσιασμένος… Ακόμα και οι κούρνιες του ήταν ξύλινες… τις απόλαυσε. Η γυναίκα έσκυψε κοντά του και του είπε “Θα πρέπει να μείνεις για λίγο καιρό εδώ μέχρι ο γιατρός να δει αν είσαι καλά. Μετά θα γνωρίσεις το υπόλοιπο κοπάδι!… Καληνύχτα μικρέ μου”. Σκέπασε το κλουβί του και έκλεισε τα φώτα…

Ο Γκούπερ ανέβηκε στο πιο ψηλό κλαδί του κλουβιού και μετά από καιρό απόλαυσε έναν ύπνο ευχάριστο και γαλήνιο…

Πέρασαν μερικές ημέρες… Το ζευγάρι περνούσε αρκετές ώρες στο δωμάτιο του Γκούπερ… και μια μέρα τον πήγαν στον γιατρό. Ο μικρός ένιωσε λίγο άβολα αλλά δεν στενοχωρήθηκε γιατί η αγαπημένη του γυναίκα του έκανε χάδια και φιλιά μετά.  ο Γκούπερ έμαθε να τρώει πολλά πράγματα και πέλλετς… έπαιζε συνεχώς με τα πολλά παιχνίδια του… και μια μέρα η κυρία του φώναξε με χαρά “Γκούπερ! Είναι ώρα να γνωρίσεις ολόκληρη την οικογένεια!”. Ο Γκούπερ ανέβηκε στο χέρι της και πήγαν σε ένα άλλο πολύ μεγαλύτερο δωμάτιο… γεμάτο με πολύχρωμα πουλιά… μικρά και μεγάλα!  Τον έβαλε σε ένα τεράστιο κλουβί… Ο μικρός ένιωθε τόσο όμορφα! Κι άλλα παιχνίδια… δεν ήξερε με ποιο να πρωτοπαίξει! Και οι φωνές των άλλων πουλιών… του άρεσαν τόσο πολύ… ένιωθε όμορφα.

Νύχτωσε και η κυρία τον έβγαλε από το κλουβί, του χάιδεψε το κεφάλι … ο Γκούπερ έκλεισε τα μάτια… Η κυρία αργά τον έβαλε ξανά στο κλουβί λέγοντας του ότι την επόμενη μέρα θα κάνουν κι άλλα χάδια… Σκέπασε το κλουβί του και ο Γκούπερ πήρε έναν ακόμα γαλήνιο ύπνο… μόνο που αυτή τη φορά… ένιωθε τόσο όμορφα που σήκωσε το ένα του πόδι και φούσκωσε ελαφρά τα φτερά του… Ήταν σπίτι του…

(Η ιστορία του Γκούπερ είναι κυρίως βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Όταν το ζευγάρι τον αγόρασε ήταν πλέον 2 ετών και είχε αλλάξει πολλά σπίτια…Κάθε φορά τον επέστρεφαν πίσω λέγοντας πως φωνάζει πολύ… και δαγκώνει. Ο Γκούπερ έγινε ένα υπέροχο πλάσμα που δε σταμάτησε ποτέ να εκπλήσσει τους κηδεμόνες του. Έμαθε να λέει και το όνομα του… )

Η ιστορία δημοσιεύεται με την άδεια της Λόρι Κίνεϊ (κηδεμόνας του Γκούπερ). 

Απόδοση στην ελληνική γλώσσα: Papagaloi.eu

 

0 σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια Δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια

Λυπούμαστε. Είτε δεν έχουν γραφτεί σχόλια είτε ακόμη δεν έχουν εγκριθεί προς δημοσίευση.

Κάντε κλικ παρακάτω και… Αφήστε το σχόλιο σας !

Αφήστε το σχόλιο σας

Η διεύθυνση email δε θα φαίνεται δημόσια. Τα υποχρεωτικά πεδία φέρουν το σύμβολο * *

Banner
Visit Us On FacebookVisit Us On TwitterVisit Us On GooglePlusCheck Our Feed
Banner
Banner
Banner

Αναζήτηση στη σελίδα

Banner

Απορίες; Επικοινωνήστε μαζί μας!

Το όνομά σας (απαραίτητο)

Το email σας (απαραίτητο)

Το μήνυμά σας

Banner
Google+